Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Η σκιά του ανέμου, Κάρλος Ρουιθ Θαφόν







Είναι κάποιες φορές που η πρώτη σελίδα ενός βιβλίου σε αιχμαλωτίζει , το ύφος και η ροή του λόγου γίνονται ένα με την αναπνοή σου και οι σελίδες πετούν γοργά, η μια πίσω από την άλλη, συντροφιά με τις προσδοκίες που η αρχή σου γέννησε και που ολοένα επαληθεύονται και ανανεώνονται ,  καθώς η πλοκή ξετυλίγεται όμορφα και η ιστορία κυλά αβίαστα.

''Θυμάμαι ακόμη εκείνο το ξημέρωμα που ο πατέρας μου με πήγε για πρώτη φορά να επισκεφτώ το Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων. Κυλούσαν οι πρώτες μέρες του καλοκαιριού του 1945 κι εμείς περπατούσαμε στους δρόμους μιας Βαρκελώνης παγιδευμένης κάτω από έναν σταχτή ουρανό κι έναν ήλιο τυλιγμένο στους ατμούς , που έλιωνε και χυνόταν στη Ράμπλα ντε Σάντα Μόνικα κόμπο τον κόμπο, σαν γιρλάντα από λιωμένο χαλκό. 
''Αυτό που θα δεις σήμερα Ντανιέλ, δεν πρέπει να το πεις σε κανέναν'' με προειδοποίησε ο πατέρας μου. ''Ούτε στο φίλο σου τον Τομάς. Σε κανέναν''
''Ούτε και στη μαμά;'' ρώτησα εγώ δειλά.
Ο πατέρας μου αναστέναξε, καταφεύγοντας σ'εκείνο το θλιμμένο χαμόγελο που τον ακολουθούσε σαν σκια σ'όλη του τη ζωή.
''Στη μαμά φυσικά και μπορείς'' μου απάντησε σκύβοντας το κεφάλι. ''Δεν έχουμε μυστικά από κείνη. Σ'εκείνη μπορείς να λες τα πάντα''
Λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο, είχε ξεσπάσει μια επιδημία χολέρας , η οποία πήρε και τη μητέρα μου. Τη θάψαμε στο Μοντζουίκ τη μέρα που έκλεινα τα τέσσερά μου χρόνια'' 

Αν και το πιο καταθλιπτικό μέρος του βιβλίου περιορίζεται στις δύο πρώτες σελίδες (με μια ακόμη λυπητερή ιστορία να αποκαλύπτεται στο δεύτερο μισό του έργου) όλη η υπόθεση διαπνέεται από μυστήριο και μια μελαγχολία όχι νοσηρή αλλά μάλλον γλυκιά, σαν να περπατάς στους πλακοστρωμένους δρόμους της Βαρκελώνης την ώρα που ο ήλιος δύει.

Είναι ο παλμός του κειμένου του Θαφόν, μια αδιόρατα ποιητική γραφή, γλαφυρή αλλά όχι ψυχρή, που ενοποιεί όλες τις σκηνές, τις αγωνιώδεις, τις καθημερινές, τις περιπαικτικές, ακόμη και τις σκληρές σε ένα πορτραίτο γοητευτικό. Μια παλιομοδίτικη ευγένεια στο λόγο των ηρώων κάνει πιο ζωντανή την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του '50  που, παρά τη νοσταλγική διάθεση που συνήθως τη συνοδεύει , κάθε άλλο παρά αθώα αποδεικνύεται τελικά.  

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου, Μιριέλ Μπαρμπερί










Μ' αρέσει το χιούμορ που υποβόσκει , που διαπερνά τους χαρακτήρες χωρίς να τους κάνει κωμικούς και τους μεταλλάζει από συνηθισμένους σε φινετσάτους. Μπορεί κάλλιστα σε αυτό το σύμπαν της κομψότητας -αλλά όχι επιτήδευσης- μια παχουλή θυρωρός να αντιτίθεται με αγωνία στην προοπτική  να την εκτιμήσει ο κόσμος και να μοχθεί να κρύψει αυτό που όλοι οι υπόλοιποι μοχθούμε να αποκτήσουμε : την καλλιέργεια.



"Το όνομα μου είναι Ρενέ. Είμαι πενήντα τεσσάρων χρονών, χήρα, μικρόσωμη, στρουμπουλή και άσχημη. Τα τελευταία είκοσι εφτά χρόνια είμαι η θυρωρός του κτιρίου στην οδό Γκρενέλ 7, ενός όμορφου μεγάρου, που χωρίζεται σε οκτώ μεγάλα υπερπολυτελή διαμερίσματα. Δε σπούδασα, ήμουν πάντοτε φτωχή, διακριτική και ασήμαντη. Ανταποκρίνομαι όμως τέλεια σε ό,τι η κοινωνία πιστεύει ως υπόδειγμα θυρωρού πολυκατοικίας· κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι γνωρίζω πολύ περισσότερα από τους πλούσιους αλαζόνες".


Επίσης μπορεί μια νεαρή φιλόσοφος να αποφασίσει κάτι εξαιρετικά σημαντικό , καθώς και να δώσει ένα μάθημα στους γονείς της βάζοντας φωτιά στο πολυτελές διαμέρισμά τους, ένας αποτελεσματικός κατά τη γνώμη της τρόπος ώστε να σκεφτούν εκείνοι τα παιδιά της Αφρικής .


"Το όνομα μου είναι Παλόμα. Είμαι δώδεκα χρονών και μένω στην οδό Γκρενέλ 7, σ' ένα αρχοντικό διαμέρισμα. Εντούτοις, παρά την καλοτυχία και τα πλούτη, από πολύ καιρό ξέρω ότι ο τελικός προορισμός μου είναι η γυάλα με τα ψάρια. Πώς το γνωρίζω; Τυχαίνει να είμαι έξυπνη. Εξαιρετικά έξυπνη, μάλιστα. Γι' αυτό έχω πάρει την απόφαση μου· στο τέλος της σχολικής χρονιάς, τη μέρα των γενεθλίων μου, στις 16 Ιουνίου, θ' αυτοκτονήσω".


Δύο ψυχές που προσπάθησαν να τοποθετηθούν στον κόσμο αλλά κατάλαβαν -ή πίστεψαν- ότι δε χωρούσαν σε αυτόν. 

Ευτυχώς η ισορροπία θα έλθει εξ Ανατολών και οι δύο πρωταγωνίστριες -που βρίσκει ανέλπιστα η μία στην άλλη ευήκοον ους -  από τη μια φιλοσοφώντας και από την άλλη παιδιαρίζοντας, θα βρουν τη θέση τους σε αυτόν τον κόσμο, αποδεχόμενες πρωτίστως τους εαυτούς τους. 

Πρωτότυποι και ευσυμπάθητοι χαρακτήρες, απολαυστικοί διάλογοι , απλή πλοκή που μέσα από αυτήν όμως κεντά  η συγγραφέας κοσμοθεωρίες- αναμενόμενο, αφού είναι η ίδια καθηγήτρια φιλοσοφίας- και κάπου κάπου μια επίδειξη γνώσεων, καμιά φορά κουραστική αλλά συγχωρητέα. 


Λεπτή σάτιρα στις ανθρώπινες σχέσεις, φρεσκάδα, ευαισθησία και μια γλυκύτητα που σε συνοδεύει για αρκετό καιρό μετά την ανάγνωση. 



Μιριέλ Μπαρμπερί, (μετ. Ρίτα Κολαϊτη) , εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2008, σελ 379













Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Δημήτρης Μαμαλούκας




Με τράβηξε ο τίτλος σε αυτό το πρώτο μου ανάγνωσμα του Μαμαλούκα , αλλά έμεινα λόγω πλοκής και γραφής. Γρήγορη ροή, καθαρός λόγος, μια υποψία μελαγχολίας που εμπνέει την συμπάθειά μας προς τον πρωταγωνιστή και μια ανατροπή των ίδιων των συναισθημάτων μας από τις μετέπειτα αποκαλύψεις . 

Αυτή η αλλαγή της οπτικής, όπου ο πρωταγωνιστής από θύμα γίνεται θύτης προκαλεί πραγματικά την αυτοκυριαρχία μας  αλλά δεν μας πετάει έξω από το βιβλίο - το αρχικό συναίσθημα της συμπάθειας μένει και αυτό είναι το εξαιρετικό, να συμπαθείς ένα ''χαμένο κορμί'' , να θέλεις να συνεχίσεις να βλέπεις την ιστορία μέσα από τα μάτια του. 

 Η αλήθεια παραμένει επιμελώς κρυμμένη, ο συγγραφέας σχεδόν παίζει μαζί μας , σεργιανίζοντάς μας σε ξένες πόλεις και κρατά την αμφιβολία ως το τέλος - αν και το ίδιο το τέλος μας κάνει να αμφιβάλλουμε ότι πράγματι έφτασε. 


Ρέπει περισσότερο προς το αστυνομικό με κινηματογραφική πλοκή  και λιγότερο προς το νοσταλγικά βιβλιοφιλικό  , αν και κουβαλά μια μυρωδιά παλιού χαρτιού- που επιλέγεις να είναι και αυτή που θα σου μείνει τελικά .



Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Δ. Μαμαλούκας εκδ. Καστανιώτη, 2007, σελ 307