Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

''Πες μου να έρθω κι όλα τ'αφήνω..αλλά πες μου το'' , 'Αλμπερτ Εσπινόσα






΄΄Συνέχισα να σημειώνω τα στοιχεία της δουλειάς. Όπως πάντα, η φωνή που μου ανέθετε κάτι προσπαθούσε να ακούγεται ήρεμη αλλά διαφαινόταν ένας φρικτός πανικός. 
Ξεπερνούσε σχεδόν δεκαπέντε ή δεκαέξι φορές τον φόβο ενός παιδιού που μόλις θα έχανε τις αμυγδαλές του. Είναι που πάντοτε είχα ως μέτρο του φόβου εκείνη την πρώτη μου τρομάρα. 
''Τι ηλικία έχει το παιδί;'' ρώτησα.
Αν ήταν μικρότερο από έντεκα ετών , δε δεχόμουν ποτέ τη δουλειά. Ήμουν πολύ αυστηρός μ'αυτόν τον κανόνα. Μακάρι να ήμουν τόσο ξεκάθαρος όσο με τη δουλειά μου και με τα υπόλοιπα πράγματα στη ζωή μου. 
''Τώρα θα κλείσει τα δέκα''απάντησε ο άντρας στο τηλέφωνο. Η φωνή του έσπασε ελαφρά.
Αυτό καθιστούσε αδύνατο να αναλάβω την περίπτωση αλλά εξακολουθούσα να ρωτάω. Υποθέτω για να μην κλείσω και βρεθώ αντιμέτωπος μαζί της. Χρειαζόμουν χρόνο να αποφασίσω τι θα κάνω, τουλάχιστον λίγο ακόμη..
''Πότε εξαφανίστηκε;'' 
Αν  ήταν λιγότερο από τρεις μέρες ή περισσότερο από δύο χρόνια, δε θα το αναλάμβανα. Ήταν κάτι σαν κώδικας. Με τον καιρό ανακάλυψα πως οι κώδικες έχουν νόημα στη δουλειά, στη σχέση ποτέ.
''Ακριβώς δύο μέρες'' . Δύο στα δύο. Αυτή δεν ήταν υπόθεση για μένα. 
Έπρεπε να φερθώ ρεαλιστικά και να το ξεκαθαρίσω σε εκείνον τον άνθρωπο πριν ενθουσιαστεί με την ιδέα ότι μπορούσα να τον βοηθήσω''

Ο Ντάνι δέχεται ένα τηλεφώνημα για μια νέα υπόθεση εξαφάνισης παιδιού , την στιγμή που η σύντροφός του ετοιμάζει τις βαλίτσες της για να τον εγκαταλείψει. Καθώς πηγαίνει στο Κάπρι , τον τόπο που ζει η οικογένεια του παιδιού , που επίσης συνδέεται με αναμνήσεις από τη δική του φυγή από το σπίτι στα δεκατρία του χρόνια, κάνει μια βουτιά στο παρελθόν προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει το παρόν του. Η δική του παιδική ηλικία έχει από όλα, βασανιστικά ερωτήματα που δε μοιάζουν με των άλλων παιδιών, εμπειρίες δυνατές -που από έναν εξωτερικό παρατηρητή δε φαίνονται ως τέτοιες- και μια τραγικότητα καθόλου μελοδραματική , που συγκινεί αλλά δεν καταρρακώνει , ειπωμένη με την απλότητα ενός παιδιού και την ψύχραιμη ματιά ενός ενήλικα.
 Η ιστορία λοιπόν εξελίσσεται περισσότερο στο παρελθόν με συνεχή φλας μπακ, καθώς ο ήρωας προσπαθεί να κατανοήσει το παρόν του μέσα από το φακό του παρελθόντος , με μια παράλληλη επείγουσα υπόθεση να τρέχει στο τώρα . 
Η διήγηση σταματά συνέχεια - ή μάλλον διακόπτεται από το παρόν και δύο ιστορίες του παρελθόντος που αποκαλύπτονται σιγά σιγά- ίσως περισσότερο σταδιακά από ότι μπορούσα να αντέξω. 
Αν και γενικά είναι μάλλον καλογραμμένο, χαριτωμένο και έχει μια σπιρτάδα, μου φάνηκε κάπως εξόφθαλμα ηθελημένη όλη αυτή η διακοπή και επανασύνδεση και τα φλας μπακ ελαφρώς στημένα, όπως όταν κάποιος προσπαθεί επίτηδες να μας κρατήσει το ενδιαφέρον. 

Πάντως , αυτό που με παρακίνησε περισσότερο στην αγορά του, η υπεροχή του -όπως διατείνεται το οπισθόφυλλο- έναντι της  Κομψότητας του σκαντζόχοιρου της Μπαρμπερύ, ομολογώ πως δεν το είδα..




''Πες μου να έρθω κι όλα τ'αφήνω..αλλά πες μου το''   , 'Αλμπερτ Εσπινόσα, σελ 238, εκδ Πατάκη, Μάιος 2014




Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

''Το ζουμί του πετεινού'' Γιάννης Μακριδάκης





''Τελικά την έσπασε τη ρημάδα και ξέδωσε. Παραμονή Τσικνοπέμπτης ήτανε, γύρω στις εννιά το βράδυ , σαν πέταξε το τασάκι και την επήρε την παρουσιάστρια στο δόξα πατρί, της έκοψε την ανάσα πάνω που πήγαινε να πει τα πιο σημαντικά νέα · ένα τσαφ έγινε, πεταχτήκανε κάτι σπίθες , πέσανε και τα φώτα του μαγαζιού, αλλά από κείνη την ώρα και ύστερα σα να συνήλθε ο Παναγής, πήγε για ύπνο πιο ήσυχος και με την αυγή σηκώθηκε σαν καινούργιος, σα να μην πέρασε ποτέ την κρίση εκείνη , έβαλε κι ένα ριφάκι στο φούρνο για να τσικνίσουνε το βράδυ μαζί με το Θωμά, τον φίλο του τον κυνηγό , που ανηφόρισε κατά κει από νωρίς κι εκείνος, βαστούσε κι έναν πετεινό για πεσκέσι, πρωί πρωί τον έσφαξε για να του τον πάει διότι ήξερε πως ήτανε πια λιγόψυχος ο Παναγής , δεν έκανε για τέτοιες δουλειές, τον εγνώριζε καλά ο Θωμάς, απ' όξω κι ανακατωτά, ιδέα όμως δεν είχε για την κατάστασή του την τελευταία''

Στην αρχή είπα να μετρήσω πόσες τελείες υπάρχουν σε αυτήν τη μικρή νουβέλα των 92 σελίδων. Έπειτα το πήρα απόφαση πως το έργο διαβάζεται με μια ανάσα και ίσως μάλιστα να γράφτηκε κι έτσι, με μια γραφή, χωρίς πολλά περάσματα . Η γλώσσα του είναι  χειμαρρώδης, τόσο αυθόρμητη που μοιάζει σχεδόν ακατέργαστη. Το θέμα του είναι σχετικά απλό- αν και έχει κάποιο διδακτισμό. 

 Ένας αγρότης , ο Παναγής, ευτυχισμένος κι αποτραβηγμένος στο αγρόκτημά του με τη γυναίκα του Θεοδοσία, τα φυτά και τα ζώα του που πια μόνο φροντίζει- και δεν σφάζει- μαθαίνει μια μέρα πως η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση και πως ξεπουλιούνται όλα στους δανειστές. Η αναστάτωσή του και η προσπάθειά του να πείσει για την ομορφιά της αυτάρκειας που δίνει η ζωή κοντά στη φύση τους παρουσιαστές της τηλεόρασης είναι πολύ συμπαθητική. Ο Παναγής είναι ένας χαρακτήρας οικείος, είναι ο παππούς μας ή ο θείος μας ή ο πατέρας μας, άρχοντας και φιλόξενος, απλός και πλούσιος, η προσωποποίηση της ζωής που νοσταλγούμε αλλά αποφεύγουμε . Και είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ιδέα του βιβλίου,  η οικονομική κρίση ειδωμένη όχι πια μέσα από την αγωνία των ανέργων της μεγαλούπολης αλλά υπό το πρίσμα αυτών που δεν έχουν απωλέσει την αυτάρκειά τους- πόσο ξένη τους μοιάζει η αγωνία μας, πόσο ακατανόητη και μάταιη..

Ένα διαφορετικό βιβλίο για την κρίση , που η μισή του ομορφιά είναι ακριβώς το ιδιαίτερο ύφος του . 


''Το ζουμί του πετεινού'', Γιάννης Μακριδάκης, σελ 92. εκδόσεις της Εστίας, 2012




Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

''Σας αρέσει ο Μπράμς;'' , Φρανσουάζ Σαγκάν







''Στις έξι'' , της έγραφε ο Σιμόν , ''έχει μια πολύ ωραία συναυλία στην αίθουσα Πλεγιέλ. Σας αρέσει ο Μπραμς; Συγγνώμη για χτες''
Χαμογέλασε. Εκείνο το ''Σας αρέσει ο Μπραμς;'' ήταν από τις ερωτήσεις που συνήθιζαν να της κάνουν τα αγόρια στα δεκαεφτά της .Βέβαια παρόμοιες της είχαν γίνει κι αργότερα, χωρίς όμως αυτοί που τις έκαναν να νοιάζονται και πολύ για την απάντησή της. Άλλωστε σε κείνο το περιβάλλον που ζούσε και σε κείνη την περίοδο της ζωής της, κανείς δεν άκουγε κανένα. Κι έπειτα , της άρεσε αλήθεια ο Μπραμς;''


Η Πώλα είναι τριάντα εννέα χρονών . Τα τελευταία χρόνια διατηρεί μια ελεύθερη σχέση με τον Ροζέ, σχέση που έχει πια μπολιαστεί με μητρική ανοχή- εκείνη του είναι αφοσιωμένη ενώ αυτός παραδέρνει συχνά σε ξένες αγκαλιές, σπρωγμένος από μια ατέλειωτη δίψα για νέες εμπειρίες . Η σχέση τους λοιπόν είναι τακτοποιημένη, βολική, βρίσκονται όποτε ο Ροζέ έχει όρεξη για βραδινή έξοδο για φαγητό και ποτό και καταλήγει συχνά με ένα φιλί στην εξώπορτά της για ''καληνύχτα''. Αγαπούν ο ένας τον άλλο και αυτή η κατανόηση και η συντροφικότητα γεμίζουν τις νύχτες της και καταλαγιάζουν τις ενοχές του. Ωστόσο η Πώλα νιώθει τη μοναξιά , ντυμένη με τις σκιές και τις πρώτες ρυτίδες των τριάντα εννέα της χρόνων, να τη βαραίνει.

Η Πώλα είναι διακοσμήτρια . Κάποια μέρα την καλεί μια πλούσια Αμερικάνα , η Βαν ντε Μπελ και της αναθέτει τη διακόσμηση του διαμερίσματός της. Ο Σιμόν Βαν ντε Μπελ είναι ο γιος της , εξαιρετικά νέος -μόλις είκοσι πέντε ετών- , εξοργιστικά όμορφος,  ανησυχητικά ονειροπόλος και αφόρητα μελοδραματικός. Την ερωτεύεται και την πολιορκεί , με την αδεξιότητα ενός έφηβου και την επιμονή ενός άντρα. 
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να πιστέψει η Πώλα στην πιθανότητα μιας ευτυχίας; Γιατί δεν αναγνωρίζει στον εαυτό της τη δεύτερη ευκαιρία; Πώς συνεχίζει να αγαπά έναν άντρα που δεν έχει τη συναισθηματική νοημοσύνη να αντιληφθεί πόσο της κοστίζει η μοναξιά που την καταδικάζει η αφοσίωσή της και η απουσία του; Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να αφεθεί στον υπέροχο -μέσα στα νιάτα του - Σιμόν ;
Ο Σιμόν ερωτεύεται τη μοναξιά της, η Πώλα ερωτεύεται την οικειότητα της παλιάς της σχέσης και ο Ρενέ τη διεκδικεί με πάθος , ως αδιαμφισβήτητη κατάκτησή του . Ο κάθε ένας αγαπά τον άλλο όχι ως πρόσωπο αλλά ως προβολή των δικών του επιθυμιών. Κανένας δεν μπορεί να δει τον εαυτό του έξω από τη σχέση κι αυτό τους εμποδίζει να απαγκιστρωθούν από αυτήν . Παραμένουν πιστοί- ή καλύτερα δέσμιοι- στην απατηλή αίσθηση μιας αγάπης που δεν αναζωογονεί αλλά αφυδατώνει.

Μια απλή πλοκή και μια δυνατή πένα , υφαίνουν μειλίχια μια ιστορία , από κείνες που σου μένουν. 




''Σας αρέσει ο Μπράμς;'' , Φρανσουάζ Σαγκάν, σελ. 160 εκδ. Ζαχαρόπουλος 1995