Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Ο χαμένος αδελφός, Hans Ulrich Treichel







Μια γερμανική οικογένεια προσπαθώντας να ξεφύγει από το ρωσικό στρατό το 1945, χάνει τον πρωτότοκο γιο , τον Άρνολντ.  


''Ο αδελφός μου καθόταν γελαστός πάνω σε μια άσπρη κουβερτούλα και κοιτούσε το φακό.. Τον έλεγαν Άρνολντ, σαν τον πατέρα μου. Ο Άρνολντ ήταν ένα χαρούμενο παιδί, έλεγε η μητέρα μου ενώ κοιτούσε τη φωτογραφία. Δεν έλεγε τίποτε άλλο , ούτε εγώ έλεγα τίποτα και κοιτούσα τον Άρνολντ που καθόταν πάνω στην άσπρη κουβερτούλα του και ήταν ευτυχισμένος. Δεν ξέρω τι τον έκανε ευτυχισμένο όταν γύρω του μαινόταν ο πόλεμος.. Τον ζήλευα για την ευτυχία του, ζήλευα την άσπρη κουβερτούλα του και ζήλευα τη θέση που κατείχε στο λεύκωμα με τις φωτογραφίες. Ο Άρνολντ ήταν στην πρώτη σελίδα του λευκώματος, μπροστά από τις φωτογραφίες του γάμου των γονιών μου αλλά κι από τα πορτραίτα των παππούδων μας , ενώ εγώ ήμουν στις πίσω σελίδες. 
Επιπλέον η φωτογραφία του Άρνολντ  ήταν αρκετά μεγάλη ενώ οι περισσότερες από τις φωτογραφίες όπου ήμουν κι εγώ ήταν μικρές, για να μην πω μικροσκοπικές. 
.. Για παράδειγμα, ένα από αυτά τα μικροσκοπικά στιγμιότυπα έδειχνε μια πισίνα με πολλά παιδάκια μέσα κι ένα από αυτά ήμουν εγώ. Το μόνο που μπορούσες να ξεχωρίσεις από μένα ήταν το κεφάλι μου , γιατί τότε δεν ήξερα να κολυμπώ και καθόμουν μέσα στο νερό που μου έφτανε σχεδόν μέχρι το σαγόνι. Αλλά και το μισό μου κεφάλι ήταν κρυμμένο πίσω από ένα παιδί που στεκόταν μπροστά μου μέσα στο νερό κι έτσι η μικροσκοπική φωτογραφία έδειχνε μόνο ένα μέρος από το κεφάλι μου ακριβώς πάνω από την επιφάνεια του νερού. Κι επιπλέον, το μέρος του κεφαλιού μου που φαινόταν το κάλυπτε μια σκιά , προφανώς του παιδιού που στεκόταν μπροστά μου κι επομένως το μόνο που μπορούσες να δεις από μένα ήταν το δεξί μου μάτι''

Ο δεύτερος γιος μεγαλώνει στη σκιά του αδελφού του και διηγείται όπως μόνο ένα οχτάχρονο παιδί μπορεί: λέγοντας τραγικά πράγματα με κωμικό τρόπο . Όταν οι γονείς του αποκαλύπτουν πως ο Άρνολντ δεν έχει πεθάνει αλλά έχει απλά χαθεί και θα προσπαθήσουν να τον ψάξουν , τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα. Το ορφανό 2307 περιπλέκει την κατάσταση, η υπηρεσία που το προστατεύει δεν τους αφήνει να το δουν για να μην υποστεί ψυχολογικό τραύμα , οι ειδικές εξετάσεις (πόδια , δόντια , κρανίο, αυτιά) όλης της οικογένειας επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά και η απειροελάχιστη πιθανότητα γίνεται βεβαιότητα για τη μητέρα που δεν παύει να ελπίζει. Το ορφανό μοιάζει στο δεύτερο γιο αλλά τα δυο παιδιά δεν μοιάζουν στους γονείς .  Τελικά είναι ή δεν είναι ο Άρνολντ;
Μια κωμικοτραγωδία που βρίσκει τη λύση της - μια απλή και μη αναμενόμενη λύση στις τελευταίες της γραμμές,  μετά από ένα απολαυστικό ταξίδι 117 σελίδων.

Ο χαμένος αδελφός, Hans Ulrich Treichel, μεταφ. Βερίνα Χωρεάνθη, σελ 117, εκδ Περίπλους, 2001

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Όλη η Ελλάδα γράφει;








Αν τελικά όλα τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής είναι πράγματι πάντα γεμάτα, αν οι συμμετοχές στους πανελλήνιους διαγωνισμούς - τουλάχιστον σε αυτούς που αναρτώνται στο facebook - όσο πάνε και αυξάνονται έως ασφυξίας και αν όντως πληθαίνουν οι ήδη πολλές ομάδες των κοινωνικών δικτύων που έχουν σχέση με τη λογοτεχνία , τότε στ' αλήθεια είμαστε μια χώρα που γράφουμε.
Το λέω αυτό γιατί κάποτε μια ψυχή με ρώτησε με συνωμοτικό ύφος : ''Γράφετε κι εσείς;'' και υπήρχε μια τέτοια παλλόμενη συγκίνηση σ' αυτή της τη φράση που ταράχτηκα και πείστηκα πως κάτι μεγάλο ετοιμάζεται αθόρυβα απ' άκρη σ' άκρη σ΄αυτή τη χώρα και ένιωσα μια περηφάνια που ανήκα κι εγώ σ'αυτήν την μυστική κάστα αυτών που ''έγραφαν''.
Μετά σταμάτησα να γράφω και έμεινα στο στέρεο έδαφος εκείνων που διαβάζουν .
 Θα είχε ενδιαφέρον να μαθαίναμε αν και σε άλλες χώρες έχουν τόσοι το όνειρο να γίνουν συγγραφείς . Ωστόσο πρέπει να παραδεχτείς ότι είναι καλύτερο αυτό το συλλογικό όνειρο σε σχέση με το άλλο, εκείνο που χρωμάτιζε τα κυριακάτικα βράδια μας τα προηγούμενα χρόνια, με νότες και τραγούδια και σκηνικές παρουσίες ταλαίπωρων που ''δεν το 'χαν''. 
 Τουλάχιστον εδώ απαιτείται κόπος και συνέπεια και τέλος πάντων , σε ένα χωραφάκι που το σκάβεις, το σκάβεις συνεχώς , κάποιος καλός σπόρος μπορεί να πέσει και να καρπίσουν καλές σοδειές , κάποιο καλό βιβλίο θα φτάσει στη σκαμμένη γη και θα αφήσει το λίπασμά του. 


Γιατί γράφουμε; Η πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο νου είναι ''για την αθανασία'' . Αυτό. Ούτε λεφτά, ούτε πόνος , ούτε κάτι άλλο ταπεινά θεωρώ μπορεί να κρατήσει άσβεστη μια φλόγα για δεκαετίες . Είναι αυτό το κάτι μέσα μας που διψά για διάρκεια - ε, κι αν συνδυάσουμε και την έκδοση ενός βιβλίου με αναγνώριση και δόξα και όλα τα ωραία παρελκόμενα , τότε είναι εύκολο να συμπεράνουμε γιατί κάμποσοι θέλουν να γίνουν συγγραφείς. Βέβαια, η ψυχρή λογική μας θα παρέμβει χαιρέκακα και θα πει πως αυτοί που το '' θέλουν'' εγκεφαλικά, ήδη είναι ένα βήμα πίσω, γιατί αν ήταν για να είναι , πολύ απλά θα ήταν ήδη , καρδιακά, παρορμητικά, εκ γενετής , δε θα μπορούσαν να μην είναι. Ω, ας μην είμαστε όμως αυστηροί , εξάλλου  ο καθένας μας δεν συγγράφει τη ζωή του, λέξη λέξη, φράση φράση; 

Ναι , θα συμφωνήσω ότι τόνοι χαρτιού θυσιάζονται στις λογοτεχνικές ανησυχίες των επίδοξων συγγραφέων αλλά γιατί αυτό να είναι κατ' ανάγκη κακό; Ποιος μπορεί να αρνηθεί την έκφραση του κάθε ανθρώπινου πνεύματος; Κάτι που εγώ το βρίσκω γελοίο, για κάποιον άλλο μπορεί να είναι η ανείπωτη αλήθεια του και μπορεί να συντονιστεί και να συγκινηθεί με αυτό- ποιος θα του το αρνηθεί; 

Απ ' την άλλη, το αισθητήριο καλλιεργείται- ένα ευήκοον ους μπορεί να μάθει να ξεχωρίζει την ''καλή'' λογοτεχνία και να αφήσει πίσω άτεχνα και πρόχειρα έργα, γιατί η άλλη άποψη λέει πως άλλο πράμα λογοτεχνία κι άλλο ημερολόγιο, πως υπάρχουν κανόνες που σμιλεύτηκαν στο πέρασμα αιώνων και πως όλη αυτή η γραμματεία δεν μπορεί να σβηστεί και να αφεθεί το πνεύμα μας να παραδέρνει εκεί από όπου ξεκίνησε πριν αιώνες , αδούλευτο και τυφλό.

Ας είναι. Καταλήγω πως καλό μας κάνει η συγγραφική ενδοσκόπηση κι αν έχουμε κι ένα μεγάλο όνειρο να μας τρέφει καλό είναι κι αυτό. Κι ας έχει πια η χώρα αυτή πολλούς να διαβάζουν και να γράφουν- πού ξέρεις; Μπορεί να είμαστε ήδη ένα φυτώριο. Εξάλλου και τούτα τα διαδικτυακά σχεδιάσματα, ένα άλλο φτιασίδωμα της ματαιοδοξίας μας δεν είναι;

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

''Σε μια γερμανική πανσιόν '' , Κάθριν Μάνσφιλντ





Δε φαντάστηκα βλέποντας το εξώφυλλο σε έναν υπαίθριο πάγκο ότι το ''Σε μια γερμανική πανσιόν '' της Κάθριν Μάνσφιλντ θα ήταν τόσο δυνατό, το υποψιάστηκα ωστόσο όταν διάβασα την πρώτη φράση :
 ''Σερβίρισαν την ψωμόσουπα''. 

Η υπόθεση - ή καλύτερα οι διάλογοι- διαδραματίζεται σε μια πανσιόν κάπου στη Γερμανία, όπου οι εύποροι ένοικοι περνούν αρκετές μέρες κάνοντας ''θεραπείες '' για διάφορες ασθένειες .
Η ίδια η συγγραφέας είχε παραμείνει κάποτε σε μια τέτοια πανσιόν.  Πολύ λίγοι κατονομάζονται, οι περισσότεροι είναι γενικά ο Κύριος Σύμβουλος, η Χήρα, η Κυρία Ιατρού. 
Οι ένοικοι είναι ενοχλητικοί, σχολιάζουν ακατάπαυστα με καλυμμένη αδιακρισία, γεμάτοι προκαταλήψεις. Οι πρωταγωνίστριες πάντως είναι οι γυναίκες που απελπίζονται ή θριαμβεύουν και που πίσω από την επιτήδευση κρύβουν τις αδυναμίες τους. Οι άντρες αφήνονται να πιστεύουν ότι κυριαρχούν - στην πραγματικότητα είναι υποχείρια. Οι ιστορίες που παρεμβάλλονται - εξαιρετικά δυνατές - συμβάλλουν στην αίσθηση εσωτερικότητας του έργου.
Το πιο ωραίο είναι ο τρόπος , απλή γραφή , συμπυκνωμένη, καμία λέξη χωρίς σημασία, με ένα ειρωνικό χιούμορ να διαφαίνεται κάθε τόσο αλλά όχι να επισκιάζει . 

''Εγώ έκανα εννιά παιδιά και ζουν όλα , δόξα σοι ο Θεός ''.. [...]
''Υπέροχα!'' αναφώνησα.
''Υπέροχα'' επανέλαβε περιφρονητικά η Χήρα, περνώντας πάλι τη φουρκέτα στον κότσο που στεκόταν ισορροπημένος στην κορυφή του κεφαλιού της . ''Καθόλου! Μια φίλη μου έκανε τέσσερα παιδιά ταυτόχρονα. Ο άντρας της χάρηκε τόσο πολύ που έκανε ένα σούπερ πάρτι και τα έβαλαν όλα πάνω στο τραπέζι.Φυσικά η φίλη μου ήταν πολύ περήφανη.''
''Η Γερμανία'', είπε με βροντερή φωνή ο Ταξιδιώτης δαγκώνοντας μια στρογγυλή πατάτα που είχε καρφώσει με το μαχαίρι του, ''είναι η πατρίδα της Οικογένειας''
Ακολούθησε ενός λεπτού σιγή σε ένδειξη σεβασμού. 
Τα πιάτα αλλάχτηκαν για βοδινό , φραγκοστάφυλλα και σπανάκι. Σκούπισαν τα πιρούνια τους πάνω στο μαύρο ψωμί και άρχισαν πάλι''


Η Βιρτζίνια Γουλφ είχε δηλώσει ότι ''ζηλεύει'' το γράψιμο της Μάνσφιλντ, λέει στον επίλογο του βιβλίου. Το πιστεύω.



 ''Σε μια γερμανική πανσιόν '' , Κάθριν Μάνσφιλντ, σελ 143 εκδ. Το Ποντίκι