Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Ο ιστός της αράχνης, Joseph Roth







Μπορεί καμιά φορά η φαντασίωση της αξίας σου να σε πάει πολύ πιο πέρα από την συνείδησή της ; Απ' ότι φαίνεται σε αυτό το πρώτο μυθιστόρημα του Joseph Roth  - μόλις 190 σελίδων- ένας νεαρός καταφέρνει να πείσει τελικά για την σπουδαιότητά του έναν κόσμο που δονείται από εθνικιστικές εξάρσεις. Το σκηνικό της αναγνώρισής του χτίζεται σταδιακά , οι κινήσεις του είναι υπολογισμένες και το δίχτυ της πλεκτάνης στήνεται , χωρίς οι συνωμοσίες να κάνουν διακρίσεις .

''Ο Τέοντορ μεγάλωσε στο σπίτι του πατέρα του , του τελωνειακού ελεγκτή και πρώην λοχία Βίλχελμ Λόζε. Ο μικρός Τέοντορ ήταν ένα ξανθό , επιμελές και κόσμιο αγόρι. Τη σπουδαιότητα που απέκτησε αργότερα την προσδοκούσε με λαχτάρα , αλλά δεν τόλμησε ποτέ να πιστέψει σε αυτήν. Μπορεί να πει κανείς : Ξεπέρασε τις ελπίδες που ποτέ δεν είχε στηρίξει στον εαυτό του.''

Ο νεαρός Τέοντορ Λόζε , πρώην ανθυπολοχαγός και νυν φοιτητής της Νομικής διδάσκει το γιο του πλούσιου εβραίου Εφρούσι . Σύντομα, θα ενταχθεί στους κόλπους μιας ακραίας οργάνωσης και θα προσπαθήσει με συνωμοσίες, παραπλανήσεις και μπόλικη προπαγάνδα να ανέλθει ιεραρχικά και να γίνει σπουδαίος. Εθνικισμός , εξαθλίωση των απλών , Γερμανών εργατών, συγκρούσεις αλλά κυρίως ο κεντρικός χαρακτήρας του Λόζε που από την αφέλεια της νεανικής ματαιοδοξίας προχωρά σταθερά προς έναν παραλογισμό παντοδυναμίας, αφήνοντας πίσω προδοσία και αίμα. Σύμμαχος ο Τύπος , όπου η παραπληροφόρηση , η συγκάλυψη, το ψεύδος , φτάνουν σε εξοργιστικά επίπεδα.

''Ο Τέοντορ πυροβόλησε . Ο εργάτης κλονίστηκε. Σκορπίστηκαν. Συνέρρευσαν στην εξώπορτα και τράνταξαν μάταια την τριπλή αμπάρα. Σκαρφάλωσαν στον τοίχο. Όμως απέναντι άστραφταν κάννες όπλων. Οι εργάτες πήδηξαν πάλι στην αυλή. Απ' το σπίτι αντήχησαν πυροβολισμοί. Όσοι πέθαιναν ρόγχαζαν. Οι ζωντανοί σιωπούσαν. Σηκώθηκε μεγάλη ησυχία. Φυσούσε σιγή από την αυλή όπως μέσα από έναν πλατύ , ανοιχτό τάφο.''

Μετά από τη μέση του βιβλίου εμφανίζεται ως δεύτερος -αλλά όχι δευτερεύων - χαρακτήρας , ο Μπένγιαμιν Λεντς , Εβραίος μεν αλλά σύμμαχος και συνεργάτης, φαινομενικά χαμηλής αντίληψης αλλά ουσιαστικά οξυδερκής, αδιάφορος και δύσμορφος αλλά επίμονος και βαθιά κυνικός.

Η πλοκή εξυφαίνεται γρήγορα και το βιβλίο που γράφτηκε το 1923 αποδεικνύεται προφητικό και -ίσως - επίκαιρο.
Η γραφή του Roth είναι καθαρή και σαφής, άλλοτε άνετη και αβίαστη κι άλλοτε κοφτή και δραματική , με εμφανή μια λεπτή ειρωνία καθώς καταδύεται στον ψυχισμό του Λόζε.

 Τελικά , ποιος είναι αυτός που πραγματικά υφαίνει το δίχτυ; Ποιος είναι αυτός που θα απομυζήσει το θύμα του με την παγερή ψυχραιμία της αράχνης; Και ποιο είναι το θύμα, ένας άνθρωπος ή ένας λαός;



''Ο ιστός της αράχνης'' Joseph Roth, μεταφ. Τούλα Σιέτη, εκδ. Κριτική , 2010, 



Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Η σιωπή των νεκρών, Jean-Paul Noziere





Η κίτρινη ταινία στο εξώφυλλο που έγραφε ''Βραβείο Νουάρ Μυθιστορήματος 2007'' ήταν η μοναδική σύσταση που είχα για το βιβλίο ''Η σιωπή των νεκρών '' του  Jean-Paul Noziere  κάτι που τελικά ήταν καλό, καθώς ακολούθησα τη ροή του έργου χωρίς καμιά υποψία για την τελική κατάληξη. 

Το ότι η πλοκή είναι αργή , χωρίς εντάσεις και δαιδαλώδεις συσχετισμούς , ήταν φανερό ακόμη και σε  εμένα, που η αναγνωστική εμπειρία στα αστυνομικά δεν είναι αξιοζήλευτη. Ωστόσο , δε θα τη χαρακτήριζα κουραστική- περισσότερο ανταποκρίνεται στους ρεαλιστικούς ρυθμούς της καθημερινότητας ενός συνταξιούχου αστυνομικού και λιγότερο μαρτυρά συγγραφική αδυναμία  . 
Μήπως δεν είναι ικανότητα  να βιώσει ο αναγνώστης την καθημερινή ρουτίνα του ήρωα; 'Οπως για παράδειγμα αυτή της πολυήμερης παρακολούθησης μιας έπαυλης όπου τίποτα δε γίνεται πέρα από το να λιώνει κανείς στον καύσωνα, παρέα με κιάλια και ένα θερμός με καφέ.


 Ύφος καθαρό, απλό, ρεαλιστικό αλλά όχι ψυχρό .  Μια ήπια εγκαρτέρηση διαπνέει τον κεντρικό χαρακτήρα , τον συνταξιούχο αστυνομικό Μιλιούς και ταυτόχρονα μια αφελής , συγκινητική γενναιότητα, που δίνει τον κυρίαρχο τόνο στο έργο : έχει νιώσει την αποφορά της παραίτησης να τον ακουμπά, ωστόσο συνεχίζει να παλεύει και να προσπαθεί στην τελευταία αποστολή που φορτώθηκε οικειοθελώς, σαν ένα κύκνειο άσμα που οφείλει στον εαυτό του.

Το κάδρο στήνεται και έχει απ' όλα : φόνους, βραδιές tango , αρπαγές κοριτσιών και trafficking , μια μυστηριώδη έπαυλη και στο βάθος μια παράλληλη ιστορία μιας μάνας που ψάχνει την κόρη της - θύτης και θύμα ταυτόχρονα και γι' αυτό τραγική . Το τέλος έρχεται , αναμενόμενο λόγω της επιδέξιας ύφανσης αλλά ταυτόχρονα ανατρεπτικό - κι αυτό είναι επίσης συγγραφικό κατόρθωμα , η έκβαση που δεν σε σοκάρει απλά αλλά σε στοιχειώνει.



''Η σιωπή των νεκρών'', Jean-Paul Noziere, μεταφρ. Δημήτρης Σιδηρόπουλος, σελ 317,  εκδ. Πόλις 2012







Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Τα νιάτα, Joseph Conrad






Είναι αυτό το ακατανίκητο ανάγλυφο των εικόνων του που σε παρασύρει ή ο τρόπος που κυλά η γραφή , λιτή και πλούσια ταυτόχρονα , φορτωμένη την σκληράδα του κόπου και την τρυφερότητα των ονείρων; Και πώς γίνεται ειλικρινά, μια νουβέλα που γράφτηκε το 1898 να συγκινεί και να μιλά στην καρδιά και στο νου ανθρώπων του 2014;

 Προσωπικά αυτό με ταράζει περισσότερο, αυτή η συγγένεια που καταφέρνει να διαπερνά τους αιώνες και να καταργεί το χωροχρόνο, αυτή η αλληλοπεριχώρηση του συγγραφέα με τον αναγνώστη που μόνο ξεκινά , κεντιέται φράση με τη φράση και απλώνεται σαν πέπλο ενωτικό πάνω από τους αιώνες. 

Ένας νέος λοιπόν , ο Μάρλοου, που ξεκινά για την Ανατολή, ως δεύτερος αξιωματικός κι ένας εξηντάχρονος που αναλαμβάνει για πρώτη φορά ταξίδι με το βαθμό του πλοιάρχου- ουσιαστικά παρθενικό , υπό μια έννοια, ταξίδι και για τους δύο.  Κοινό τους γνώρισμα η επιμονή, η ακλόνητη σταθερότητα και μια αμετάκλητη απόφαση να φτάσουν στον τόπο που σηματοδοτεί την αρχή για τον νέο και το επιστέγασμα για το γέρο καπετάνιο, την Μπανγκόκ, για να ξεφορτώσουν το εμπόρευμα και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους. Αλλά οι κακοτυχίες έρχονται η μια μετά την άλλη και το καράβι γυρίζει ξανά και ξανά στο λιμάνι, ταπεινωμένο, κακορίζικο.
''Είχαμε γίνει δημότες του Φαλμουθ. Στα μαγαζιά μας ήξεραν. Στο κουρείο, στο καπνοπωλείο , μας ρωτούσαν σαν να'μασταν παλιοί φίλοι: ''Πιστεύεις στ' αλήθεια ότι θα δείτε ποτέ την  Μπανγκόκ;''

Ήρθε ωστόσο η ώρα να ξεκινήσει και πάλι και να περάσει κι άλλες δοκιμασίες που θα οδηγήσουν  και στην οριστική κατάληξη. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η ηχηρή απουσία του φόβου του θανάτου. Ακόμη και τις ώρες- που απλώνονται σε μέρες- του έσχατου κινδύνου, ο εικοσάχρονος αξιωματικός σκέφτεται μόνο ''Τι περιπέτεια!'' σαν να μην τον αφορά το ενδεχόμενο του θανάτου, κάτι που βέβαια ούτε το υπόλοιπο πλήρωμα φαίνεται να ενδιαφέρει, αν και σκέφτονται ότι ανεβαίνοντας στα ετοιμόρροπα κατάρτια είναι πολύ πιθανόν να τσακιστούν στο κενό.

Είναι λογικό. Ο αξιωματικός είναι πολύ νέος , τελείως καθαρός από ευθύνες που έλκουν την σκόνη του φόβου. Όσο για τους υπόλοιπους, προφανώς φέρουν τη  ασπίδα της ψυχραιμίας που γεννά η εξοικείωση. Όλοι τους τελικά φτάνουν στην κάθαρση, όχι την προσδοκώμενη αλλά τουλάχιστον την ελάχιστη απαιτούμενη- αν και ο γέρος καπετάνιος φαντάζει σαν ο περισσότερο αδικημένος.

Αυτό που φαίνεται να αναπολεί περισσότερο ο σαραντάρης πλέον αξιωματικός που αφηγείται στο παρόν αυτήν την ιστορία, είναι όχι η περιπέτεια καθ'εαυτή , αλλά αυτό που αποκόμισε ως εμπειρία και νέα γνώση του εαυτού του : η αίσθηση της δύναμης. 

''Τότε κατάλαβα πόσο καλός είμαι. Θυμάμαι τα αποθαρρυμένα πρόσωπα , τα αποκαμωμένα σώματα των δύο ανδρών και θυμάμαι τα νιάτα μου και την αίσθηση που ποτέ πια δε θα ξανάρθει- την αίσθηση ότι μπορούσα να ζήσω για πάντα, περισσότερο απ' τη θάλασσα, τη γη και όλους τους ανθρώπους. Την απατηλή εκείνη αίσθηση που μας παρασύρει σε χαρές και κινδύνους, στον έρωτα, στον μάταιο αγώνα- στον θάνατο. Τη θριαμβική πεποίθηση της δύναμης, τη ζέση της ζωής σε μια χούφτα χώμα , τη φλόγα της καρδιάς που κάθε χρόνο γίνεται όλο και πιο αδύναμη, όλο και πιο μικρή και στο τέλος σβήνει- γρήγορα, πολύ γρήγορα-πριν από τη ζωή την ίδια.''

Έτσι είναι . Πέρα από τα όρια του εαυτού μας - ή αυτά που εμείς νομίζουμε ως όρια- υπάρχει η γεύση της αθανασίας. Μόνο που η επίγευση ίσως είναι πικρή - πώς να χωρέσεις μετά στο λίγο και να αρκεστείς στο διαρκώς μειούμενο, σ'αυτό που χάνεται μέρα με τη μέρα, όταν έχεις γευτεί μια στάλα αιωνιότητα; Και πώς να μην αναπολείς αυτά που έζησες και που σ'άφησαν περισσότερο διψασμένο -γιατί τώρα πια ξέρεις πόσο τραγικό είναι να επιζήσεις από φωτιά κι από θύελλα και να βουλιάξεις σε ένα μπουκάλι ποτό . Κι αυτή η αυτοσυνειδησία δεν σου αφήνει ούτε την ελάχιστη παρηγοριά να λυπηθείς τον εαυτό σου για αυτό του το κατάντημα . 

Δε θα αντισταθώ στον πειρασμό να αντιγράψω το πιο τρυφερό κατά τη γνώμη μου κομμάτι του έργου και θα το κάνω όχι στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης κριτικής - γιατί κριτικός δεν είμαι - αλλά σαν να σημείωνα στο προσωπικό μου ημερολόγιο αυτό που θέλω να έρχεται στη μνήμη μου όταν θα κλείνω τα μάτια και θα σκέφτομαι αυτό το έργο.


''Να λοιπόν , πώς τη βλέπω την Ανατολή. Έχω δει τις απόκρυφες γωνιές της κι έχω κοιτάξει μέσα στην ψυχή της. Αλλά τώρα τη βλέπω πάντα από μία μικρή βάρκα : ένα περίγραμμα γαλάζιων , μακρινών βουνών στο φως του πρωινού · σαν άχνα το μεσημέρι· ένας δαντελωτός πορφυρένιος τοίχος με το ηλιοβασίλεμα. Νιώθω το κουπί στο χέρι μου, βλέπω την καυτή γαλάζια θάλασσα. Και βλέπω ακόμη έναν όρμο, έναν πλατύ όρμο, λείο σαν γυαλί και στιλπνό σαν πάγο- λαμπυρίζει στο σκοτάδι.Ένα κόκκινο φως καίει μακριά στην σκοτεινή στεριά και η νύχτα είναι μαλακιά και ζεστή. Τραβάμε κουπί και τα χέρια μας πονούν και ξαφνικά ένα αεράκι, ζεστό και φορτωμένο με παράξενες ευωδιές ανθών και αρωματικού ξύλου έρχεται από τη γαλήνια νύχτα- ο πρώτος που άκουσα στεναγμός της Ανατολής. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ''



''Τα νιάτα'',  Joseph Conrad
μεταφ. Άρης Μπερλής, εκδ Άγρα, 

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Η σκιά του ανέμου, Κάρλος Ρουιθ Θαφόν






Είναι κάποιες φορές που η πρώτη σελίδα ενός βιβλίου σε αιχμαλωτίζει , το ύφος και η ροή του λόγου γίνονται ένα με την αναπνοή σου και οι σελίδες πετούν γοργά, η μια πίσω από την άλλη, συντροφιά με τις προσδοκίες που η αρχή σου γέννησε και που ολοένα επαληθεύονται και ανανεώνονται ,  καθώς η πλοκή ξετυλίγεται όμορφα και η ιστορία κυλά αβίαστα.

''Θυμάμαι ακόμη εκείνο το ξημέρωμα που ο πατέρας μου με πήγε για πρώτη φορά να επισκεφτώ το Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων. Κυλούσαν οι πρώτες μέρες του καλοκαιριού του 1945 κι εμείς περπατούσαμε στους δρόμους μιας Βαρκελώνης παγιδευμένης κάτω από έναν σταχτή ουρανό κι έναν ήλιο τυλιγμένο στους ατμούς , που έλιωνε και χυνόταν στη Ράμπλα ντε Σάντα Μόνικα κόμπο τον κόμπο, σαν γιρλάντα από λιωμένο χαλκό. 
''Αυτό που θα δεις σήμερα Ντανιέλ, δεν πρέπει να το πεις σε κανέναν'' με προειδοποίησε ο πατέρας μου. ''Ούτε στο φίλο σου τον Τομάς. Σε κανέναν''
''Ούτε και στη μαμά;'' ρώτησα εγώ δειλά.
Ο πατέρας μου αναστέναξε, καταφεύγοντας σ'εκείνο το θλιμμένο χαμόγελο που τον ακολουθούσε σαν σκια σ'όλη του τη ζωή.
''Στη μαμά φυσικά και μπορείς'' μου απάντησε σκύβοντας το κεφάλι. ''Δεν έχουμε μυστικά από κείνη. Σ'εκείνη μπορείς να λες τα πάντα''
Λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο, είχε ξεσπάσει μια επιδημία χολέρας , η οποία πήρε και τη μητέρα μου. Τη θάψαμε στο Μοντζουίκ τη μέρα που έκλεινα τα τέσσερά μου χρόνια'' 

Αν και το πιο καταθλιπτικό μέρος του βιβλίου περιορίζεται στις δύο πρώτες σελίδες (με μια ακόμη λυπητερή ιστορία να αποκαλύπτεται στο δεύτερο μισό του έργου) όλη η υπόθεση διαπνέεται από μυστήριο και μια μελαγχολία όχι νοσηρή αλλά μάλλον γλυκιά, σαν να περπατάς στους πλακοστρωμένους δρόμους της Βαρκελώνης την ώρα που ο ήλιος δύει.

Είναι ο παλμός του κειμένου του Θαφόν, μια αδιόρατα ποιητική γραφή, γλαφυρή αλλά όχι ψυχρή, που ενοποιεί όλες τις σκηνές, τις αγωνιώδεις, τις καθημερινές, τις περιπαικτικές, ακόμη και τις σκληρές σε ένα πορτραίτο γοητευτικό. Μια παλιομοδίτικη ευγένεια στο λόγο των ηρώων κάνει πιο ζωντανή την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του '50  που, παρά τη νοσταλγική διάθεση που συνήθως τη συνοδεύει , κάθε άλλο παρά αθώα αποδεικνύεται τελικά.  

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου, Μιριέλ Μπαρμπερί










Μ' αρέσει το χιούμορ που υποβόσκει , που διαπερνά τους χαρακτήρες χωρίς να τους κάνει κωμικούς και τους μεταλλάζει από συνηθισμένους σε φινετσάτους. Μπορεί κάλλιστα σε αυτό το σύμπαν της κομψότητας -αλλά όχι επιτήδευσης- μια παχουλή θυρωρός να αντιτίθεται με αγωνία στην προοπτική  να την εκτιμήσει ο κόσμος και να μοχθεί να κρύψει αυτό που όλοι οι υπόλοιποι μοχθούμε να αποκτήσουμε : την καλλιέργεια.



"Το όνομα μου είναι Ρενέ. Είμαι πενήντα τεσσάρων χρονών, χήρα, μικρόσωμη, στρουμπουλή και άσχημη. Τα τελευταία είκοσι εφτά χρόνια είμαι η θυρωρός του κτιρίου στην οδό Γκρενέλ 7, ενός όμορφου μεγάρου, που χωρίζεται σε οκτώ μεγάλα υπερπολυτελή διαμερίσματα. Δε σπούδασα, ήμουν πάντοτε φτωχή, διακριτική και ασήμαντη. Ανταποκρίνομαι όμως τέλεια σε ό,τι η κοινωνία πιστεύει ως υπόδειγμα θυρωρού πολυκατοικίας· κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι γνωρίζω πολύ περισσότερα από τους πλούσιους αλαζόνες".


Επίσης μπορεί μια νεαρή φιλόσοφος να αποφασίσει κάτι εξαιρετικά σημαντικό , καθώς και να δώσει ένα μάθημα στους γονείς της βάζοντας φωτιά στο πολυτελές διαμέρισμά τους, ένας αποτελεσματικός κατά τη γνώμη της τρόπος ώστε να σκεφτούν εκείνοι τα παιδιά της Αφρικής .


"Το όνομα μου είναι Παλόμα. Είμαι δώδεκα χρονών και μένω στην οδό Γκρενέλ 7, σ' ένα αρχοντικό διαμέρισμα. Εντούτοις, παρά την καλοτυχία και τα πλούτη, από πολύ καιρό ξέρω ότι ο τελικός προορισμός μου είναι η γυάλα με τα ψάρια. Πώς το γνωρίζω; Τυχαίνει να είμαι έξυπνη. Εξαιρετικά έξυπνη, μάλιστα. Γι' αυτό έχω πάρει την απόφαση μου· στο τέλος της σχολικής χρονιάς, τη μέρα των γενεθλίων μου, στις 16 Ιουνίου, θ' αυτοκτονήσω".


Δύο ψυχές που προσπάθησαν να τοποθετηθούν στον κόσμο αλλά κατάλαβαν -ή πίστεψαν- ότι δε χωρούσαν σε αυτόν. 

Ευτυχώς η ισορροπία θα έλθει εξ Ανατολών και οι δύο πρωταγωνίστριες -που βρίσκει ανέλπιστα η μία στην άλλη ευήκοον ους -  από τη μια φιλοσοφώντας και από την άλλη παιδιαρίζοντας, θα βρουν τη θέση τους σε αυτόν τον κόσμο, αποδεχόμενες πρωτίστως τους εαυτούς τους. 

Πρωτότυποι και ευσυμπάθητοι χαρακτήρες, απολαυστικοί διάλογοι , απλή πλοκή που μέσα από αυτήν όμως κεντά  η συγγραφέας κοσμοθεωρίες- αναμενόμενο, αφού είναι η ίδια καθηγήτρια φιλοσοφίας- και κάπου κάπου μια επίδειξη γνώσεων, καμιά φορά κουραστική αλλά συγχωρητέα. 


Λεπτή σάτιρα στις ανθρώπινες σχέσεις, φρεσκάδα, ευαισθησία και μια γλυκύτητα που σε συνοδεύει για αρκετό καιρό μετά την ανάγνωση. 



Μιριέλ Μπαρμπερί, (μετ. Ρίτα Κολαϊτη) , εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2008, σελ 379













Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Δημήτρης Μαμαλούκας




Με τράβηξε ο τίτλος σε αυτό το πρώτο μου ανάγνωσμα του Μαμαλούκα , αλλά έμεινα λόγω πλοκής και γραφής. Γρήγορη ροή, καθαρός λόγος, μια υποψία μελαγχολίας που εμπνέει την συμπάθειά μας προς τον πρωταγωνιστή και μια ανατροπή των ίδιων των συναισθημάτων μας από τις μετέπειτα αποκαλύψεις . 

Αυτή η αλλαγή της οπτικής, όπου ο πρωταγωνιστής από θύμα γίνεται θύτης προκαλεί πραγματικά την αυτοκυριαρχία μας  αλλά δεν μας πετάει έξω από το βιβλίο - το αρχικό συναίσθημα της συμπάθειας μένει και αυτό είναι το εξαιρετικό, να συμπαθείς ένα ''χαμένο κορμί'' , να θέλεις να συνεχίσεις να βλέπεις την ιστορία μέσα από τα μάτια του. 

 Η αλήθεια παραμένει επιμελώς κρυμμένη, ο συγγραφέας σχεδόν παίζει μαζί μας , σεργιανίζοντάς μας σε ξένες πόλεις και κρατά την αμφιβολία ως το τέλος - αν και το ίδιο το τέλος μας κάνει να αμφιβάλλουμε ότι πράγματι έφτασε. 

Ρέπει περισσότερο προς το αστυνομικό με κινηματογραφική πλοκή  και λιγότερο προς το νοσταλγικά βιβλιοφιλικό  , αν και κουβαλά μια μυρωδιά παλιού χαρτιού- που επιλέγεις να είναι και αυτή που θα σου μείνει τελικά .



Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα, Δ. Μαμαλούκας εκδ. Καστανιώτη, 2007, σελ 307  



Ο Ωκεανός στο τέλος του δρόμου, Neil Gaiman






Αν είσαι ανυποψίαστος πιστεύεις ειλικρινά ότι πρόκειται για μεταφορά. Αν σε έχουν υποψιάσει, περιμένεις να δεις που θα καταλήξει αυτό το σκοτεινό παραμύθι . Αν είσαι γνώστης , ξέρεις ότι ο συγγραφέας κυριολεκτεί : υπάρχει ένας ωκεανός στο τέλος αυτού του χωμάτινου δρόμου. 


''Φορούσα μαύρο κοστούμι και λευκό πουκάμισο, μαύρη γραβάτα και μαύρα παπούτσια, όλα στην τρίχα: Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα ένιωθα άβολα, σαν να φορούσα τα ρούχα κάποιου άλλου ή σαν να παρίστανα τον ενήλικα. Σήμερα ωστόσο, ένιωθα σχετικά άνετα. Φορούσα τα κατάλληλα ρούχα για μια δύσκολη περίσταση''

Με το πέρασμα των σελίδων, ξεδιπλώνονται όλο και περισσότερο παράδοξα πράγματα και , όπως το αεροπλάνο που κυλά στον αεροδιάδρομο και κάποια στιγμή τον αφήνει απαλά, έτσι κι εσύ, χωρίς να το καταλάβεις, μπερδεύεσαι σε μια άλλη πραγματικότητα έντεχνα, αμετάκλητα. Είναι τόσο σφιχτοπλεγμένη η πραγματικότητα της καθημερινότητας με εκείνη της άλλης διάστασης , ώστε δε φαίνεται να ξαφνιάζει τον επτάχρονο πρωταγωνιστή - άρα ούτε κι εσένα , όσο κι αν η ενήλικη λογική σου κραυγάζει ότι κάτι δεν πάει καλά. 

Ο συγγραφέας πετυχαίνει να μας εγκλωβίσει τόσο ασφυκτικά , ώστε αν δεν υπήρχε ως αντίβαρο η παιδική ψυχραιμία- σωτήρια μέσα στην αφέλειά της- και η υποψία του φιλικού, αντίπαλου δέους, το κείμενο θα ήταν εφιαλτικό. Όμως δεν είναι - αν και συχνά ερωτοτροπεί με τον εφιάλτη της απομόνωσης - και η επίγευση είναι τελικά γλυκιά, σαν μια μακρινή ανάμνηση της παιδικής ηλικίας , τότε που όλα τολμούσαν να είναι πιστευτά. 






''Ο Ωκεανός στο τέλος του δρόμου'', Neil Gaiman · (μετάφραση Μαρία Έξαρχου.) εκδ. Σελήνη, 2013. - 221 σελ