Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

''Το ζουμί του πετεινού'' Γιάννης Μακριδάκης





''Τελικά την έσπασε τη ρημάδα και ξέδωσε. Παραμονή Τσικνοπέμπτης ήτανε, γύρω στις εννιά το βράδυ , σαν πέταξε το τασάκι και την επήρε την παρουσιάστρια στο δόξα πατρί, της έκοψε την ανάσα πάνω που πήγαινε να πει τα πιο σημαντικά νέα · ένα τσαφ έγινε, πεταχτήκανε κάτι σπίθες , πέσανε και τα φώτα του μαγαζιού, αλλά από κείνη την ώρα και ύστερα σα να συνήλθε ο Παναγής, πήγε για ύπνο πιο ήσυχος και με την αυγή σηκώθηκε σαν καινούργιος, σα να μην πέρασε ποτέ την κρίση εκείνη , έβαλε κι ένα ριφάκι στο φούρνο για να τσικνίσουνε το βράδυ μαζί με το Θωμά, τον φίλο του τον κυνηγό , που ανηφόρισε κατά κει από νωρίς κι εκείνος, βαστούσε κι έναν πετεινό για πεσκέσι, πρωί πρωί τον έσφαξε για να του τον πάει διότι ήξερε πως ήτανε πια λιγόψυχος ο Παναγής , δεν έκανε για τέτοιες δουλειές, τον εγνώριζε καλά ο Θωμάς, απ' όξω κι ανακατωτά, ιδέα όμως δεν είχε για την κατάστασή του την τελευταία''

Στην αρχή είπα να μετρήσω πόσες τελείες υπάρχουν σε αυτήν τη μικρή νουβέλα των 92 σελίδων. Έπειτα το πήρα απόφαση πως το έργο διαβάζεται με μια ανάσα και ίσως μάλιστα να γράφτηκε κι έτσι, με μια γραφή, χωρίς πολλά περάσματα . Η γλώσσα του είναι  χειμαρρώδης, τόσο αυθόρμητη που μοιάζει σχεδόν ακατέργαστη. Το θέμα του είναι σχετικά απλό- αν και έχει κάποιο διδακτισμό. 

 Ένας αγρότης , ο Παναγής, ευτυχισμένος κι αποτραβηγμένος στο αγρόκτημά του με τη γυναίκα του Θεοδοσία, τα φυτά και τα ζώα του που πια μόνο φροντίζει- και δεν σφάζει- μαθαίνει μια μέρα πως η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση και πως ξεπουλιούνται όλα στους δανειστές. Η αναστάτωσή του και η προσπάθειά του να πείσει για την ομορφιά της αυτάρκειας που δίνει η ζωή κοντά στη φύση τους παρουσιαστές της τηλεόρασης είναι πολύ συμπαθητική. Ο Παναγής είναι ένας χαρακτήρας οικείος, είναι ο παππούς μας ή ο θείος μας ή ο πατέρας μας, άρχοντας και φιλόξενος, απλός και πλούσιος, η προσωποποίηση της ζωής που νοσταλγούμε αλλά αποφεύγουμε . Και είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ιδέα του βιβλίου,  η οικονομική κρίση ειδωμένη όχι πια μέσα από την αγωνία των ανέργων της μεγαλούπολης αλλά υπό το πρίσμα αυτών που δεν έχουν απωλέσει την αυτάρκειά τους- πόσο ξένη τους μοιάζει η αγωνία μας, πόσο ακατανόητη και μάταιη..

Ένα διαφορετικό βιβλίο για την κρίση , που η μισή του ομορφιά είναι ακριβώς το ιδιαίτερο ύφος του . 


''Το ζουμί του πετεινού'', Γιάννης Μακριδάκης, σελ 92. εκδόσεις της Εστίας, 2012




Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

''Σας αρέσει ο Μπράμς;'' , Φρανσουάζ Σαγκάν







''Στις έξι'' , της έγραφε ο Σιμόν , ''έχει μια πολύ ωραία συναυλία στην αίθουσα Πλεγιέλ. Σας αρέσει ο Μπραμς; Συγγνώμη για χτες''
Χαμογέλασε. Εκείνο το ''Σας αρέσει ο Μπραμς;'' ήταν από τις ερωτήσεις που συνήθιζαν να της κάνουν τα αγόρια στα δεκαεφτά της .Βέβαια παρόμοιες της είχαν γίνει κι αργότερα, χωρίς όμως αυτοί που τις έκαναν να νοιάζονται και πολύ για την απάντησή της. Άλλωστε σε κείνο το περιβάλλον που ζούσε και σε κείνη την περίοδο της ζωής της, κανείς δεν άκουγε κανένα. Κι έπειτα , της άρεσε αλήθεια ο Μπραμς;''


Η Πώλα είναι τριάντα εννέα χρονών . Τα τελευταία χρόνια διατηρεί μια ελεύθερη σχέση με τον Ροζέ, σχέση που έχει πια μπολιαστεί με μητρική ανοχή- εκείνη του είναι αφοσιωμένη ενώ αυτός παραδέρνει συχνά σε ξένες αγκαλιές, σπρωγμένος από μια ατέλειωτη δίψα για νέες εμπειρίες . Η σχέση τους λοιπόν είναι τακτοποιημένη, βολική, βρίσκονται όποτε ο Ροζέ έχει όρεξη για βραδινή έξοδο για φαγητό και ποτό και καταλήγει συχνά με ένα φιλί στην εξώπορτά της για ''καληνύχτα''. Αγαπούν ο ένας τον άλλο και αυτή η κατανόηση και η συντροφικότητα γεμίζουν τις νύχτες της και καταλαγιάζουν τις ενοχές του. Ωστόσο η Πώλα νιώθει τη μοναξιά , ντυμένη με τις σκιές και τις πρώτες ρυτίδες των τριάντα εννέα της χρόνων, να τη βαραίνει.

Η Πώλα είναι διακοσμήτρια . Κάποια μέρα την καλεί μια πλούσια Αμερικάνα , η Βαν ντε Μπελ και της αναθέτει τη διακόσμηση του διαμερίσματός της. Ο Σιμόν Βαν ντε Μπελ είναι ο γιος της , εξαιρετικά νέος -μόλις είκοσι πέντε ετών- , εξοργιστικά όμορφος,  ανησυχητικά ονειροπόλος και αφόρητα μελοδραματικός. Την ερωτεύεται και την πολιορκεί , με την αδεξιότητα ενός έφηβου και την επιμονή ενός άντρα. 
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να πιστέψει η Πώλα στην πιθανότητα μιας ευτυχίας; Γιατί δεν αναγνωρίζει στον εαυτό της τη δεύτερη ευκαιρία; Πώς συνεχίζει να αγαπά έναν άντρα που δεν έχει τη συναισθηματική νοημοσύνη να αντιληφθεί πόσο της κοστίζει η μοναξιά που την καταδικάζει η αφοσίωσή της και η απουσία του; Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να αφεθεί στον υπέροχο -μέσα στα νιάτα του - Σιμόν ;
Ο Σιμόν ερωτεύεται τη μοναξιά της, η Πώλα ερωτεύεται την οικειότητα της παλιάς της σχέσης και ο Ρενέ τη διεκδικεί με πάθος , ως αδιαμφισβήτητη κατάκτησή του . Ο κάθε ένας αγαπά τον άλλο όχι ως πρόσωπο αλλά ως προβολή των δικών του επιθυμιών. Κανένας δεν μπορεί να δει τον εαυτό του έξω από τη σχέση κι αυτό τους εμποδίζει να απαγκιστρωθούν από αυτήν . Παραμένουν πιστοί- ή καλύτερα δέσμιοι- στην απατηλή αίσθηση μιας αγάπης που δεν αναζωογονεί αλλά αφυδατώνει.

Μια απλή πλοκή και μια δυνατή πένα , υφαίνουν μειλίχια μια ιστορία , από κείνες που σου μένουν. 




''Σας αρέσει ο Μπράμς;'' , Φρανσουάζ Σαγκάν, σελ. 160 εκδ. Ζαχαρόπουλος 1995

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Η κραταιά αγάπη - Μάρω Βαμβουνάκη





''Με φωνάζουν Αίμα. Με άλφα γιώτα''
''Αίμα! Από το αίμα;''
''Μα όχι βέβαια! Είναι υποκοριστικό από το Αιμιλία''
''Αίμα! Πώς αισθάνεστε που έχετε ένα τέτοιο όνομα;''
''Μα τα ονόματα τελικά δεν μένουν παρά ήχος.. Δε θυμίζουν τίποτα άλλο παρά το πρόσωπο που ονομάζουνε.''

Μια νεαρή καθηγήτρια, η Αιμιλία Βρυδάκη, γυρίζει στο νησί της μετά από πρόσφατο διαζύγιο , κατάληξη ενός αποτυχημένου εξαετούς γάμου. Εκεί συναντά έναν παλιό της καθηγητή από το Πανεπιστήμιο, τον Μίνω Φραγκόπουλο , έναν άνθρωπο απομονωμένο , απρόσιτο, με ''βαριά , σπηλαιώδη φωνή'' o οποίος προσπαθεί να την κατακτήσει και τελικά το καταφέρνει.  O έρωτας δείχνει και το μαγευτικό αλλά και το σκληρό του πρόσωπο και το τέλος θα είναι έντονο όσο και απροσδόκητο.

Η συγγραφέας , με την ιδιότητα της ψυχολόγου, κεντά πολύ λεπτομερειακά τις εκφάνσεις της ψυχολογίας του έρωτα και φτάνει ως τα βάθη των χαρακτήρων της μέσα από μια πλοκή απλή. Το έργο κινείται κατά βάση κάθετα και όχι οριζόντια και συχνά γίνεται τόσο περιγραφικό και αναλυτικό -ως προς τις λεπτές διακυμάνσεις της ερωτικής διάθεσης- ώστε αποτελεί μάλλον περισσότερο ψυχαναλυτικό πόνημα. Ωστόσο η αμεσότητα δε χάνεται και το πάθος πείθει , ακριβώς γιατί πατάει στέρεα .

Σε σχέση με όσα βιβλία της Βαμβουνάκη έχω διαβάσει , η επίγευση του συγκεκριμένου είναι από τις πιο δυνατές .

''Η κραταιά αγάπη'', Μάρω Βαμβουνάκη, εκδ. Φιλιππότη , 1998, σελ 192